Να εμπιστευτεί το κεντρικό κράτος τους Δήμους στη διαχείριση του προσφυγικού

Άρθρο στην εφημερίδα το Βήμα μαζί με το Λευτέρη Παπαγιαννάκη

13 Οκτωβρίου 2019

Η δημόσια συζήτηση που διεξάγεται τις τελευταίες εβδομάδες γύρω από το προσφυγικό θυμίζει απελπιστικά αυτήν του 2015.  Η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζουν το ζήτημα με μικροπολιτική στόχευση, μιλούν με ελάχιστο σεβασμό στα πραγματικά στατιστικά στοιχεία,  επικοινωνούν με βολικά ψέματα και μισές αλήθειες. Καυγαδίζουν, ενώ θα έπρεπε να σχεδιάζουν το μέλλον.

‘Όμως δεν ζούμε πια στο 2015! Δεν βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν και δεν περιποιεί τιμή στη χώρα να υποκρινόμαστε πως τάχα αντιμετωπίζουμε το προσφυγικό για πρώτη φορά σήμερα.  Υπάρχει, όμως, ένα στοιχείο που δυστυχώς παραμένει το ίδιο: η χώρα ακόμη στερείται ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδίου, το οποίο να ξεκινά από την υποδοχή των προσφύγων και να καταλήγει στην ένταξη και την αρμονική συνύπαρξή τους με τις τοπικές κοινωνίες.

Τι είδους μορφή θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο στρατηγικό σχέδιο; Αυτό που μπορούμε να πούμε, από την εμπειρία της Αθήνας, είναι πως κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης του προσφυγικού θα είναι απελπιστικά ημιτελής χωρίς την αποφασιστική συμβολή των δήμων της χώρας. Η διάχυση της ευθύνης δεν μπορεί να φτάνει μόνο μέχρι το επίπεδο της Περιφέρειας, όπως φαίνεται πως σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση.

Δεν αποτελεί υπερβολή να πει κανείς πως η Αθήνα αποτελεί, μετά τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, το επίκεντρο της προσφυγικής κρίσης. Οι αριθμοί είναι γνωστοί, όπως οικείες είναι και οι εικόνες δυστυχίας που βιώσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Κληθήκαμε να διαχειριστούμε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συχνά κινούμενοι στα όρια των αρμοδιοτήτων μας.  

Από το 2015 είχαμε τονίσει τον ρόλο που πρέπει να έχει η τοπική αυτοδιοίκηση στο ζήτημα. Συνεπείς σε αυτή την πεποίθηση  αναλάβαμε σημαντικές πολιτικές και θεσμικές πρωτοβουλίες, δείχνοντας τον δρόμο και στους υπόλοιπους δήμους της χώρας. Με κάποιους από αυτούς (όπως η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τα Ιωάννινα), χτίσαμε, κυριολεκτικά από το μηδέν, το Δίκτυο Πόλεων για το Προσφυγικό, ώστε να υπάρχει μια πλατφόρμα συνεννόησης, ανταλλαγής καλών πρακτικών και συνεργασίας μεταξύ μας.

Ήμασταν ο πρώτος δήμος της χώρας που όρισε αντιδημαρχία με αρμοδιότητα το μεταναστευτικό/προσφυγικό, ενισχύσαμε τη διοικητική διάρθρωση του δήμου και το Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών, ενώ εκπονήσαμε, πριν από το κεντρικό κράτος, ολοκληρωμένη στρατηγική κοινωνικής ένταξης αλλά και αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων.

Το 2016, τονίσαμε για πρώτη φορά την ανάγκη να γίνουμε όλοι ανεξαιρέτως συμμέτοχοι, να κατανεμηθούν οι πρόσφυγες αναλογικά σε όλη την επικράτεια, με νομοθετική παρέμβαση εάν αυτό κρινόταν απαραίτητο, όπως γίνεται και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. 

Αναδείξαμε τη χρησιμότητα των αντισταθμιστικών μέτρων για τις τοπικές κοινωνίες. Στη σύμβαση παραχώρησης του χώρου, στον οποίο η Πολιτεία δημιούργησε τη δομή φιλοξενίας του Ελαιώνα, προβλέφθηκε η ολοκλήρωση δύο σημαντικών έργων για την περιοχή.

Αναζητήσαμε πόρους όπου αυτοί βρίσκονταν, είτε στην Ευρώπη είτε στον ιδιωτικό τομέα. Τους διαχειριστήκαμε με διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, ώστε να καταστήσουμε τον δήμο αξιόπιστο εταίρο για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους δωρητές. Εμβληματικά προγράμματα του Δήμου Αθηναίων, όπως το Κέντρο Συντονισμού Μεταναστών και Προσφύγων και το βραβευμένο με 5 εκατομμύρια από την Ευρωπαϊκή Ένωση πρόγραμμα Curing the Limbo, λειτούργησαν και λειτουργούν χάρη στους πόρους αυτούς που διεκδικήσαμε.

Στο Κέντρο Συντονισμού, μαζί με τους εταίρους μας εκεί, καταφέραμε να εκπονήσουμε 65 διαφορετικές προτάσεις χρηματοδότησης για προγράμματα που λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν στην πόλη της Αθήνας. Αντίθετα, δηλαδή με την επικρατούσα πρακτική, όχι μόνο δεν «δώσαμε» χρήματα στις ΜΚΟ, αλλά μαζί με τις ΜΚΟ δημιουργήσαμε ευκαιρίες να φέρουμε πόρους στο Δήμο, προκειμένου να αναπτύξει την πολιτική του στα θέματα μετανάστευσης και προσφύγων.

Αναζητήσαμε συμμαχίες, τεχνογνωσία και βοήθεια στο εξωτερικό. Με ενεργή και όχι διακοσμητική συμμετοχή σε δίκτυα πόλεων διεθνούς και πανευρωπαϊκής εμβέλειας, εκπαιδεύσαμε το προσωπικό του δήμου και διευρύναμε την επιχειρησιακή μας ικανότητα. Συνεργαστήκαμε στενά με διεθνείς οργανισμούς, όπως την Ύπατη Αρμοστεία, το Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης και την UNICEF, αξιοποιήσαμε δοκιμασμένες πρακτικές και πραγματοποιήσαμε προγράμματα κοινωνικής ένταξης. Στη πιο συγκινητική στιγμή της κρίσης, είδαμε πόλεις από όλη την Ευρώπη, το Παρίσι, τη Βαρκελώνη, το Άμστερνταμ, το Γκντάνσκ, να προσφέρονται να φιλοξενήσουν πρόσφυγες από την Αθήνα, ενάντια στις επίσημες πολιτικές των κυβερνήσεων τους.  

Η συλλογική σοφία που αποκόμισαν οι δήμοι της χώρας εδώ και πέντε χρόνια, διαχειριζόμενοι μια πρωτοφανή για τη χώρα κατάσταση, δεν πρέπει να χαθεί. Το κεντρικό κράτος οφείλει πλέον να ακούσει, να μάθει και κυρίως, να εμπιστευτεί τους δήμους και να αξιοποιήσει την εμπειρία τους. Σε αυτή την απόφαση, ισορροπεί το μέλλον: αν θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε τα επόμενα χρόνια το προσφυγικό σε πραγματική ευκαιρία για τη χώρα ή θα περιχαρακωθούμε σε στάση άμυνας, περιμένοντας μοιρολατρικά τις συνέπειες. 

Στην Αθήνα, καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με σεβασμό τόσο στην αξιοπρέπεια των προσφύγων όσο και στη θέληση των κατοίκων της πόλης να συνεχίσουν κανονικά τη ζωή τους. Η Ελλάδα, με τις κατάλληλες κινήσεις, μπορεί να κάνει το ίδιο.

Μοιραστείτε

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on print
Share on email