Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ: ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

3 Αυγούστου 2019

‘Ηδη κατά την προεκλογική περίοδο η Νέα Δημοκρατία διακήρυσσε σε όλους τους τόνους ότι θα καταργήσει το άσυλο. Το επανέλαβε προ ημερών και ο ίδιος ο πρωθυπουργός στις προγραμματικές δηλώσεις του και εντός των προσεχών ημερών θα κατατεθεί στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του ετοιμάζεται να αντιπαρατεθεί σε μια μάχη μεγάλου συμβολισμού, στην ουσία όμως κενή περιεχομένου, γιατί στην πραγματικότητα εδώ και χρόνια το πανεπιστημιακό άσυλο έχει εν τοις πράγμασι καταργηθεί, με συνέπεια να επικρατεί σήμερα το ακριβώς αντίθετο : το άσυλο της βίας και της ανομίας.

Η θεωρία για το άσυλο, όπως άλλωστε και για πολλές άλλες συνταγματικές εγγυήσεις στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διαμορφώθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, κατά την πρώτη περίοδο του συνταγματισμού, ως εγγύηση έναντι της μοναρχικής εξουσίας και υπέρ της εν γένει ελεύθερης διακίνησης των ιδεών στα πανεπιστήμια όπου εκδηλώνονταν από τη νεολαία κινήματα αμφισβήτησης του Μονάρχη.

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο φαινόμενο εκδηλώθηκε και την εποχή της χούντας των συνταγματαρχών στη χώρα μας, καθώς το φοιτητικό κίνημα υπήρξε η αιχμή του δόρατος της αντιδικτατορικής αντίστασης. Για τον λόγο αυτό άλλωστε η συζήτηση περί ασύλου αναζωπυρώθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας. Από το 1982 έως το 2017 εγκρίθηκαν από τη Βουλή τρεις διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις με σκοπό να καθοριστούν ειδικές προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες η “δημόσια δύναμη” (βλ. η αστυνομία) επιτρεπόταν να επέμβει σε χώρους των ΑΕΙ, όταν τελούνταν εκεί εγκληματικές πράξεις. Με την εξαίρεση των κακουργημάτων καθώς και των “αυτόφωρων εγκλημάτων κατά της ζωής”, όπου επιτρεπόταν αυτεπαγγέλτως η επέμβαση της δημόσιας δύναμης, τα τρία νομοθετήματα  (ο “Νόμος Πλαίσιο” 1268/1982, ο “νόμος Γιαννάκου” : 3549/2007 και ο “νόμος Γαβρόγλου” : 4485/2017)  ανέθεταν σε συλλογικά όργανα των ΑΕΙ την αρμοδιότητα να προσκαλέσουν την αστυνομία να παρέμβει ή να της παράσχουν τη σχετική άδεια. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ίσχυσε και ο “νόμος Διαμαντοπούλου” (4009/2011) που κατάργησε τις ειδικές διαδικασίες ορίζοντας ότι “σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των ΑΕΙ εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία”. Ο νόμος Γαβρόγλου επανέφερε όπως είδαμε το καθεστώς των ειδικών εγγυήσεων (απόφαση Πρυτανικού Συμβουλίου), αφού όμως προηγουμένως η κυβέρνηση Σαμαρά είχε φροντίσει να καταργήσει άλλες ουσιώδεις πλευρές του νόμου Διαμαντοπούλου. Δυστυχώς υπό την πίεση ποικίλων συντεχνιών του Πανεπιστημίου, το ξήλωμα του νόμου αυτού άρχισε πριν από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Για όσους πάντως γνωρίζουν την κατάσταση που εδώ και δεκαετίες επικρατεί στα ΑΕΙ, σχεδόν ουδέποτε τα αρμόδια συλλογικά όργανα των ΑΕΙ  εφάρμοσαν τις ειδικές περί ασύλου διατάξεις, είτε λόγω ιδεοληψίας είτε επειδή φοβήθηκαν να αναλάβουν τη σχετική πολιτική ευθύνη. Η κατάσταση παρέμεινε κατά βάση η ίδια ακόμη και υπό το καθεστώς του νόμου 4009, που όπως είδαμε υπήγαγε τα ΑΕΙ στο καθεστώς της κοινής νομοθεσίας. Η ευθύνη εδώ εντοπίζεται στις διαδοχικές ηγεσίες του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, αλλά και της ΕΛΑΣ, που δεν τόλμησαν να παρέμβουν, ενώ υπήρχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Με λίγα λόγια, η σταδιακή αύξηση της παραβατικότητας στα ΑΕΙ, η κατάσταση δηλαδή που εξέθρεψε τη σημερινή ανομία οφείλεται σε μια διαρκή και αμοιβαία μετάθεση ευθυνών μεταξύ των πανεπιστημιακών αρχών και του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Το αποτέλεσμα της χρόνιας αυτής παθογένειας είναι ότι σήμερα δεν υφίσταται άσυλο ούτε καν στο επίπεδο του απλού νόμου. Στη γλώσσα των νομικών θα λέγαμε ότι η επί μακρό χρονικό διάστημα συνεχής αδυναμία των αρμοδίων οργάνων να διαφυλάξουν τη νομιμότητα στα πανεπιστήμια έχει de facto αποδυναμώσει, δηλαδή ουσιαστικά καταργήσει, τις περί ασύλου διατάξεις, ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του νόμου 4485/2017 (“νόμος Γαβρόγλου”) που αναθέτει στο Πρυτανικό Συμβούλιο την αρμοδιότητα να προκαλεί την επέμβαση της “δημόσιας δύναμης”, εφόσον τελούνται εγκλήματα στους χώρους του πανεπιστημίου.

Η αποκατάσταση της νομιμότητας στα ΑΕΙ επιβάλλει να επανέλθουμε στο νόμο Διαμαντοπούλου, ‘Όμως η επάνοδος αυτή πρέπει να είναι πλήρης. Καταρχάς στο θέμα της ασφάλειας. Τα ίδια τα πανεπιστημιακά ιδρύματα οφείλουν να αναλάβουν την καθημερινή ευθύνη της φύλαξης και ασφάλειας των προσώπων που εργάζονται ή φοιτούν εκεί καθώς και της περιουσίας τους. Η εξουσία αυτή απορρέει από την “πλήρη αυτοδιοίκηση” που κατοχυρώνει υπέρ των των ΑΕΙ το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ. 5).

Αυτά ουσιαστικά προέβλεπε ο νόμος 4009/2011 στα άρθρα 5 (Οργανισμός ΑΕΙ) και 8 (αρμοδιότητες πρύτανη), καθιερώνοντας όμως και τη δυνατότητα επέμβασης της αστυνομίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής νομοθεσίας (άρθρο 3), υπό την αυτονόητη πάντως προϋπόθεση της προηγούμενης συνεννόησης με τον πρύτανη ή με τα υπό τον πρύτανη (άοπλα) όργανα φύλαξης του κάθε ΑΕΙ, σύμφωνα με τις προβλέψεις του οικείου Οργανισμού. Εννοείται βεβαίως ότι στα αυτόφωρα σοβαρά εγκλήματα δεν απαιτείται προηγούμενη άδεια ούτε καν συνεννόηση. Στις λοιπές περιπτώσεις όμως αυτό είναι αυτονόητο, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε δημόσια υπηρεσία όπου η επέμβαση της αστυνομίας προϋποθέτει την ενημέρωση του επικεφαλής της υπηρεσίας, ο οποίος εφόσον κρίνει ότι η επέμβαση είναι παράνομη, υποχρεούται να το καταγγείλει αμέσως στην αρμόδια εισαγγελική αρχή.

Η επαναφορά των ρυθμίσεων του νόμου 4009, ο οποίος άλλωστε υπερψηφίστηκε το 2011 στη Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία, είναι η ιδανική λύση και μάλιστα όχι μόνον στο πεδίο του ασύλου, αλλά στο σύνολο των διατάξεών του, καθώς σηματοδότησε ένα μεγάλο βήμα για την καθιέρωση της αξιοκρατίας και της εξωστρέφειας στα ελληνικά πανεπιστήμια.

Οι σοσιαλδημοκράτες θέλουμε ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο, που να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας· που να παράγει γνώση, έρευνα, προσωπική και πνευματική ολοκλήρωση· που να συνδέεται με την αγορά εργασίας, αλλά να μην ορίζεται από αυτήν και τις κατά καιρούς κοντόφθαλμες επιλογές της· που να οπλίζει τους νέους με εφόδια για τις δουλειές του μέλλοντος και όχι μόνο του παρόντος. Ο νόμος Διαμαντοπούλου είναι μία πολύ καλή αρχή προς τη σωστή κατεύθυνση. Καθώς όμως έχουν ήδη περάσει σχεδόν 9 χρόνια από την έγκρισή του, ας ξεκινήσουμε από αυτή τη μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ, για να σχεδιάσουμε την επόμενη δεκαετία.

Μοιραστείτε

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on print
Share on email