Συνταγματική Αναθεώρηση

22 Σεπτεμβρίου 2019

Αν κάποιος συνόψιζε τη στάση ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στην τρέχουσα διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, θα έβαζε τον τίτλο «Να πω τα δικά μου, να κάνω τη δουλειά μου».

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ, ξεκίνησε την αναθεωρητική διαδικασία σε κόκκινο φόντο στο προαύλιο της Βουλής το καλοκαίρι του 2016, συγκροτώντας μία Παρασυνταγματική «Επιτροπή Διαλόγου για το Σύνταγμα». Η συζήτηση γρήγορα βούλιαξε, μέσα στις επείγουσες ανάγκες της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Κάποια στιγμή στα τέλη του 2018 η συζήτηση ξεκίνησε κι πάλι, όχι από κάποια ιδιαίτερη αγωνία για τους θεσμούς, αλλά επειδή το κυβερνών κόμμα ήθελε να δείξει προς την κοινή γνώμη ότι ανοίγει όλα τα «μεγάλα θέματα», όχι για να τα λύσει, αλλά για να βρει αφορμή να προβάλει τη δήθεν αριστερή του ταυτότητα, επειδή τέσσερα  χρόνια συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ ήταν πολλά.

Η δε ΝΔ αρχικά υιοθέτησε την πολιτικά άχρωμη θέση «ψήφισε εσύ τα δικά μου, για να ψηφίσω εγώ τα δικά σου». Στη συνέχεια αποφάσισε να υποβαθμίσει την αναθεωρητική διαδικασία και στο τέλος προσήλθε στη συζήτηση με μία πρόταση αναθεώρησης συνολικά 79 (!) άρθρων, με όρους συνταγματικού πληθωρισμού, αλλά και οπορτουνισμού, υπερψηφίζοντας τελικά την αναθεώρηση των παρ. 4 και 5 του άρθρου 32 του Σ που αφορούν  την αποσύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την πρόωρη  διάλυση της Βουλής.

Αμφότεροι οι πόλοι του όψιμου δικομματισμού προσέγγισαν τη συνταγματική αναθεώρηση με όρους μικροκομματικούς, χωρίς να διατυπώσουν ένα ξεκάθαρο συνταγματικό αφήγημα, μία κεντρική ιδέα, όπως είχαν κάνει οι προηγούμενες συνταγματικές αναθεωρήσεις του 1986 και το 2001, όπου το ΠΑΣΟΚ είχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Γι αυτό και η αναθεωρητική συζήτηση παρέμεινε στην αφάνεια, δεν απασχόλησε τους πολίτες και η προτείνουσα Βουλή αναλώθηκε στο λυμένο από τη συνταγματική θεωρία και πρακτική ζήτημα : το αν με τις αποφάσεις της δεσμεύει πέρα της κατεύθυνσης και επί του περιεχομένου την (επόμενη) Αναθεωρητική Βουλή.

Απέναντι στους παραπάνω τακτικισμούς, το Κίνημα Αλλαγής επέδειξε στάση υπευθυνότητας, μετέχοντας με όρους θεσμικής σοβαρότητας στη αναθεωρητική συζήτηση, διατυπώνοντας καθαρά και υπεύθυνα τις απόψεις του, μολονότι δεν διέθετε τον απαραίτητο αριθμό πενήντα βουλευτών για υποβολή αυτόνομης πρότασης.

Σήμερα, τι έχουμε μπροστά μας: Τα «μαθηματικά» της προτείνουσας Βουλής μας δίνουν ξεκάθαρη εικόνα: Οι διατάξεις που συγκέντρωσαν στην προτείνουσα Βουλή από 180 και άνω ψήφους και μπορούν να αναθεωρηθούν στην παρούσα Βουλή με 151 είναι οι διατάξεις που αφορούν : την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 32 παρ. 4 και 5), τη βουλευτική ασυλία (άρθρο 62), την ποινική ευθύνη των Υπουργών (άρθρο 86 παρ.3), την αναβάθμιση των δικαιωμάτων των κοινοβουλευτικών μειοψηφιών (άρθρο 68 παρ. 2) και τη διευκόλυνση του τρόπου επιλογής των ανεξάρτητων αρχών (άρθρο 101Α).

Οι διατάξεις που συγκέντρωσαν από 151 έως και 179 ψήφους είναι ως επί το πλείστον οι προτάσεις αναθεώρησης του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες χαρακτηρίζονται από συνταγματικό λαϊκισμό, ιδεολογική αυτοαναφορικότητα και πολιτική προχειρότητα. Δυστυχώς οι μεγάλες αλλαγές, όπως π.χ. η αναθεώρηση του άρθρου 16, έμειναν έξω από την συζήτηση.

Με αφετηρία τα πιο πάνω, μπορούν να διαμορφωθούν πεδία συναίνεσης τουλάχιστον μεταξύ των τριών μεγάλων κομμάτων:

Α) Ως προς τις διατάξεις που συγκέντρωσαν πάνω από 180 ψήφους, δεν πρέπει η ΝΔ να αφεθεί  μόνη της να διαμορφώσει το περιεχόμενό τους.

Β) Ως προς τις διατάξεις που συγκέντρωσαν από 151 έως 180 ψήφους, η διαδικασία δεν πρέπει να εκφυλιστεί σε ένα άτυπο δημοψήφισμα υπερψήφισης ή καταψήφισης των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ. 

Γ) Να μην υποβιβαστεί η αναθεωρητική διαδικασία σε ένα κλείσιμο εκκρεμοτήτων που αφορούν απλά και μόνο πλειοψηφίες, π.χ. για την εκλογή του ΠτΔ ή για την επιλογή των μελών των ανεξάρτητων αρχών ή για το εκλογικό σύστημα.

Το Κίνημα Αλλαγής θα συμβάλει αποφασιστικά στην Αναθεωρητική διαδικασία με σεβασμό στους θεσμούς και αίσθημα εθνικής ευθύνης.

Μοιραστείτε

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on print
Share on email