Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής για τον νέο εκλογικό νόμο

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 υιοθετήσαμε τον κανόνα ότι εάν η Βουλή αποφασίσει να τροποποιήσει το εκλογικό σύστημα, μπορεί μεν να το πράξει, αλλά το νέο σύστημα δεν θα ισχύει για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές αλλά για τις μεθεπόμενες. Η ρύθμιση αυτή οφείλεται σε μια σπάνια κρίση αυτογνωσίας του πολιτικού μας συστήματος.

23 Ιανουαρίου 2020

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 υιοθετήσαμε τον κανόνα ότι εάν η Βουλή αποφασίσει να τροποποιήσει το εκλογικό σύστημα, μπορεί μεν να το πράξει, αλλά το νέο σύστημα δεν θα ισχύει για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές αλλά για τις μεθεπόμενες.  Η ρύθμιση αυτή οφείλεται σε μια σπάνια κρίση αυτογνωσίας του πολιτικού μας συστήματος. Κάποια στιγμή τα πολιτικά κόμματα συνειδητοποίησαν ότι όλοι ανεξαιρέτως είχαν υπάρξει θύματα ενός ακραίου εκλογικού καιροσκοπισμού που παραβίαζε τον θεμελιώδη κανόνα του  fair play: εκείνον που ορίζει ότι οι κανόνες του παιχνιδιού δεν επιτρέπεται να μεταβάλλονται ανάλογα με τα συμφέροντα του εκάστοτε ισχυρού, αλλά αντιθέτως, πρέπει να παραμένουν σταθεροί και να είναι προβλέψιμοι. Βέβαια, η συνταγματική ρύθμιση προβλέπει και την εξαίρεση, ότι η νέα εκλογική νομοθεσία μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και στις επόμενες εκλογές, υπό τον όρο όμως ότι θα έχει υπερψηφιστεί από την ενισχυμένη πλειοψηφία των ⅔ της Βουλής. Η εξαίρεση δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί.

Φαίνεται πάντως ότι η εκλογική εφευρετικότητα των Ελλήνων δεν γνωρίζει όρια. Για τον λόγο αυτό και αποτελούμε, σύμφωνα με τους ειδικούς, ένα γονιμότατο εργαστήρι παραγωγής εκλογικών συστημάτων.  Το τελευταίο δημιούργημα του εργαστηρίου μάς καλεί σήμερα να εγκρίνουμε η κυβερνητική πλειοψηφία. Μας εμφανίζει ένα εκλογικό σύστημα με μπόνους 50 εδρών για το πρώτο κόμμα, προίκα με την οποία το πλειοψηφούν κόμμα θα μπορεί να κατακτήσει κοινοβουλευτικό αυτοδυναμία έστω και αν έχει ψηφιστεί από το 36,5% των εκλογέων. Με λίγα λόγια,  μια μειοψηφία που μόλις υπερβαίνει το ⅓ του εκλογικού σώματος μπορεί να μετατραπεί σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Και επειδή αυτό το καλπονοθευτικό νομοσχέδιο αδυνατεί να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των ⅔ ώστε να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές, η Νέα Δημοκρατία  διακηρύσσει, με κάθε ευκαιρία και εκ των προτέρων, ότι θα δυναμιτίσει τον σχηματισμό πολυκομματικής κυβέρνησης από την επόμενη Βουλή. Και για τον λόγο αυτό δεν διστάζει να τσαλακώσει το Σύνταγμα, το οποίο στο άρθρο 37, μέσα από μια λεπτομερή ρύθμιση του μηχανισμού των διερευνητικών εντολών εξαντλεί κάθε δυνατότητα, προκειμένου να διαμορφωθεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώστε να αποφευχθεί η διάλυση της Βουλής.

‘Ηδη διαπιστώνουμε μια διπλή παραβίαση του Συντάγματος. Η πρώτη είναι ευθεία και οφθαλμοφανής, καθώς η ΝΔ μας καλεί να εγκρίνουμε ένα εκλογικό σύστημα που μετατρέπει μια μειοψηφία, ακόμη και αν αυτή μόλις υπερβαίνει το ένα τρίτο των ψήφων, σε μονοκομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αλλά η κυβερνητική πλειοψηφία μας προϊδεάζει απερίφραστα ότι προετοιμάζει και καταστρατήγηση του Συντάγματος. Η καταστρατήγηση έγκειται στο γεγονός ότι αρνείται εκ των προτέρων να συμμορφωθεί με τη σιωπηρή πλην όμως σαφή εντολή προς τα πολιτικά κόμματα που διατρέχει το άρθρο 37 Σ.. Το άρθρο αυτό, όπως είπα, μέσα από τον μηχανισμό των διαδοχικών διερευνητικών εντολών ωθεί τα κόμματα να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα  σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας. Τόσο η ευθεία παραβίαση του Συντάγματος όσο και η καταστρατήγησή του παραβιάζουν τη θεμελιώδη αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Η μεν πρώτη διότι μετατρέπει, κατά τρόπο κραυγαλέο, τη λαϊκή μειοψηφία σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η δε δεύτερη διότι αρνείται εκ των προτέρων κάθε προσπάθεια σεβασμού της λαϊκής ετυμηγορίας, αφού οδηγεί εκ νέου το εκλογικό σώμα  στις κάλπες, χωρίς καμία ουσιαστική δικαιολογία.

Και στις δύο περιπτώσεις πάντως η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι επιδιώκει την κυβερνητική σταθερότητα. Πουθενά όμως στο Σύνταγμα η κυβερνητική σταθερότητα δεν εξαρτάται από την ύπαρξη μονοκομματικής κυβέρνησης. Οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, τις οποίες προβλέπει το Σύνταγμα, είναι αποκλειστικά αριθμητικές πλειοψηφίες, όπως άλλωστε ισχύει για την πρόταση εμπιστοσύνης και την πρόταση δυσπιστίας, δηλαδή για τις δύο συνταγματικές διαδικασίες όπου κατεξοχήν κρίνεται το ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας.

Σε κανένα  σημείο το Σύνταγμα δεν κάνει διάκριση μεταξύ αυτοτελών κομμάτων και συνδυασμών κομμάτων. ‘Όπως άλλωστε έχει τονίσει και το ΑΕΔ σε σειρά αποφάσεών του το 1990 (32,33,34,35/1990), “…τα πολιτικά κόμματα είναι ελεύθερα να κατέλθουν σε όλες ή σε ορισμένες μόνον εκλογικές περιφέρειες ή ακόμη και σε μια μόνο εκλογική περιφέρεια και να συνεργάζονται με άλλα κόμματα είτε σε όλες είτε σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες. Δεν είναι δε δυνατόν σε ένα δημοκρατικό καθεστώς τα δικαιοδοτικά όργανα να έχουν την εξουσία να ελέγχουν υπό ποίους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να συνεργάζονται τα κόμματα, αν αυτά είχαν ή όχι κοινό πρόγραμμα και αν είναι εύλογη ή σκόπιμη η συνεργασία τους. Τα θέματα αυτά είναι πολιτικά και μαζί με άλλα λαμβάνονται υπόψη κυριαρχικά και αποκλειστικά από το λαό, μόνο αρμόδιο κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος…”.

Η συνταγματική θεωρία, πράγμα σπάνιο, ομόφωνα χαρακτηρίζει αντισυνταγματική τη διάταξη του νομοσχεδίου που πριμοδοτεί τα αυτοτελή κόμματα σε βάρος των συνδυασμών κομμάτων. Η ρύθμιση αυτή έλκει την καταγωγή από τον νόμο 1907/1990, τον γνωστό ως “νόμο Κούβελα”. Από τότε είχε επισύρει την κριτική όλων σχεδόν των συνταγματολόγων, με κορυφαίους τους Αριστ. Μάνεση και Δημήτρη Τσάτσο. Την κριτική αυτή συνοψίζει σήμερα και συμπληρώνει με πλήρη πειστικότητα ο καθηγητής Γιώργος Σωτηρέλης. 

Η κυβέρνηση δεν δικαιούται συνεπώς να μας ανεμίζει το σκιάχτρο της ακυβερνησίας που επαπειλείται με την απλή αναλογική του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία αν εφαρμοστεί ποτέ, θα προκαλέσει τα ίδια διαλυτικά φαινόμενα που βιώνει σήμερα η τοπική αυτοδιοίκηση. Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ της ακυβερνησίας του ΣΥΡΙΖΑ και μιας νομοθετικά χαλκευμένης πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας. Η πρόταση την οποία έχει διατυπώσει το Κίνημα Αλλαγής και την οποία ψευδώς ισχυρίζεται η ΝΔ ότι υιοθετεί, συγκεράζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων με την κυβερνητική σταθερότητα.

Μοιραστείτε

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on print
Share on email