Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής για το επιτελικό κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση και το Πανεπιστημιακό Άσυλο

7 Αυγούστου 2019

Επιτρέψτε μου να εκφράσω και τη συγκίνησή μου, γιατί για πρώτη φορά παίρνω τον λόγο από αυτό το ιερό Βήμα.

Έχουμε παρατηρήσει στη ζωή ότι πάρα πολύ συχνά, μακροχρόνια αντίπαλοι αρχίζουν και μοιάζουν ο ένας στον άλλον. Έχουμε κάποια δείγματα τώρα πια, μετά από έναν μήνα σχεδόν κυβερνητικής θητείας μετά τις εκλογές του Ιουλίου και βλέπουμε ότι η παρούσα Κυβέρνηση, η παρούσα Πλειοψηφία, μιμείται κάπως την προηγούμενη σε ένα θέμα πολύ κρίσιμο, στο κατά πόσο τηρούνται οι προεκλογικές εξαγγελίες και κατά πόσο συμφωνούν με τις μετεκλογικές πράξεις.

Είχαμε ακούσει προεκλογικά για μία κυβέρνηση-επιτελείο, μία κυβέρνηση μικρή και ευέλικτη και βλέπουμε ξαφνικά ένα μαμούθ πενήντα ενός μελών. Είχαμε δει τη σημερινή Κυβέρνηση, τη σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία να θεωρεί περιττό, να λοιδορεί το Γραφείο Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και βλέπουμε αμέσως να έρχεται και να το ιδρύει.

Παίρνω αυτά τα δύο παραδείγματα από την εκτελεστική εξουσία -γιατί για αυτό συζητάμε σήμερα και αυτό ήταν το αντικείμενο συζήτησης του προηγούμενου νομοσχεδίου- για να πω ότι, δυστυχώς, και στο πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης βλέπουμε να υπάρχει ένα μιμητικό φαινόμενο. Τι εννοώ; Εννοώ ότι όπως και η προηγούμενη πλειοψηφία, βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο.

Θέλω να πω ότι όποιος θέλει να εισαγάγει μια μακροπρόθεσμη μεταρρύθμιση στο κράτος, θα πρέπει να ξεκινήσει από μία ορθολογική κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του κεντρικού κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε όλο τον χρόνο να το κάνει αυτό κατά τη διάρκεια της θητείας του. Όμως αντί να προχωρήσει, επιτέλους, σε μία κανονική αποκέντρωση, μας έφερε τον «ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ Ι», ο οποίος στην ουσία ήταν ένα μπάλωμα στον «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ», ένα μπάλωμα όμως που ανέτρεπε τη βασική φιλοσοφία του προηγούμενου νομοθετήματος.

Ο «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» είτε μας αρέσει είτε όχι είχε μια βασική συνεκτική φιλοσοφία. Είχε έναν δήμαρχο εκλεγμένο με καθολική ψηφοφορία, στον οποίο έδινε τα μέσα να εκτελέσει το πρόγραμμά του. Του εξασφάλιζε μία πλειοψηφία, υπερβολική ίσως, αλλά πάντως του την εξασφάλιζε. Και πρέπει να καταλάβουμε ότι στο ζήτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης, το μείζον είναι αυτό που λέμε «διοίκηση». Διοίκηση σημαίνει αποτελεσματικότητα. Αυτό δεν συμβαδίζει με καμμία έννοια ενός κατακερματισμένου δημοτικού συμβουλίου.

Το δήθεν δημοκρατικό πρόσχημα της απλής αναλογικής έγινε καθ’ υπερβολήν. Δεν ελήφθη ούτε καν η στοιχειώδης μέριμνα να μπει ένα κατώφλι, έστω του 3%, για να μην έχουμε αυτόν τον απόλυτο κατακερματισμό των δυνάμεων στο δημοτικό συμβούλιο. Λησμονούμε ένα πράγμα, ότι εκεί που εισάγεται η απλή αναλογική, ας πούμε στο επίπεδο του κεντρικού κράτους, στο επίπεδο της Βουλής, τουλάχιστον μία κυβερνητική αστάθεια έχει ως αντιστάθμισμα τη διάλυση της Βουλής. Ο Πρωθυπουργός μπορεί να προκαλέσει διάλυση. Ο δήμαρχος -ένα δημοτικό συμβούλιο που δεν μπορεί να του δώσει την απόλυτη πλειοψηφία να εφαρμόσει το πρόγραμμά του -δεν έχει αυτό το όπλο. Είναι καταδικασμένος εσαεί να συνυπάρχει με ένα κατακερματισμένο δημοτικό συμβούλιο. Αυτό χρειαζόταν μία θεραπεία. Δεν θα έπρεπε, όμως, να βάλουμε και εμείς το κάρο μπροστά από τα άλογα. Θα έπρεπε και εσείς τόσο καιρό που γνωρίζατε τα προβλήματα που θα  προκαλούσε ο «ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ», να έχετε έρθει και να έχετε εισαγάγει στη Βουλή ένα νομοσχέδιο, που θα ξεκαθάριζε πρώτα απ’ όλα το θέμα των αρμοδιοτήτων. Πρώτα ξεκαθαρίζεις αρμοδιότητες και μετά φτιάχνεις εκλογικά συστήματα κ.λπ..

Έρχεστε, λοιπόν, και κάνετε αυτό το μπάλωμα και προσπαθείτε κάτι πολύ δύσκολο, βέβαια, να εισαγάγετε μία λογική κυβερνησιμότητας σε έναν τραγέλαφο. Και δεν μπορείτε να την εισαγάγετε, γιατί πάτε και κάνετε αυτές τις προγραμματικές συμπράξεις, οι οποίες στην ουσία θα έπρεπε να είναι κάτι πάρα πολύ σοβαρό, θα έπρεπε, ουσιαστικά, να είναι το πρόγραμμα με το οποίο η νέα πλειοψηφία θα μπορεί να διοικήσει τον δήμο για την επόμενη τετραετία, το πρόγραμμα το οποίο αντικαθιστά ουσιαστικά το προεκλογικό πρόγραμμα του δημάρχου. Και αντί αυτό να το φέρετε όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένα, να καθιερώσετε εγγυήσεις, που θα ήταν ένα πρόγραμμα με κάποιες ελάχιστες εγγυήσεις σοβαρότητας, ουσιαστικά έρχεστε και φτιάχνετε μία σύμπραξη η οποία απλώς κατατίθεται στο Προεδρείο, την υπογράφουν τα μέλη των συμπραττουσών παρατάξεων και τέλειωσε η ιστορία.

Θα έπρεπε αντίθετα να υπάρχει μία στοιχειώδης πολιτική εγγύηση σοβαρότητας, αυτό το πρόγραμμα να συζητείται στο δημοτικό συμβούλιο και -γιατί όχι;- να ψηφίζεται για να δούμε αν υπάρχει πλειοψηφία πλέον με την οποία μπορεί να κυβερνήσει ο δήμαρχος.

Μιλάμε για ένα επιτελικό κράτος. Μιλάμε, όμως, για ένα επιτελικό κράτος, το οποίο όμως στην ουσία ουδέποτε θα μπορέσει να λειτουργήσει έτσι, αν δεν προχωρήσουμε στη ριζική αποκέντρωση, γιατί ζούμε σε μία πραγματικότητα ενός υπερτροφικού κεντρικού κράτους σε τρεις επάλληλους κύκλους.

Υπερτροφική είναι πρώτα από όλα η κεντρική διοίκηση, γιατί έχει απέναντί της μια ατροφική τοπική αυτοδιοίκηση με ελάχιστες αρμοδιότητες. Υπερτροφική είναι κατά δεύτερο λόγο η Κυβέρνηση με τα πενήντα ένα μέλη. Και τώρα βλέπουμε και ένα υπερτροφικό Γραφείο Πρωθυπουργού. Είναι στην ουσία μια αντεστραμμένη πυραμίδα.

Δεν πρόκειται να υπάρξει επιτελικό κράτος, εάν δεν προχωρήσουμε σε μια ριζική αποκέντρωση αρμοδιοτήτων. Κι αυτή θα έπρεπε να την έχετε φέρει τώρα όσο είναι νωρίς. Γιατί;

Γιατί στην ουσία φτιάχνετε ένα επιτελικό κράτος, έχοντας την αυταπάτη ότι θα πάτε να διεξαγάγετε έναν τακτικό πόλεμο. Στην ουσία, όμως, θα έχετε έναν ανταρτοπόλεμο να φέρετε σε πέρας. Γιατί ανταρτοπόλεμο; Γιατί θα έχετε τριακόσιους τριάντα δύο δημάρχους, από τους οποίους άλλοι μεν δεν θα θέλουν τις περισσότερες αρμοδιότητες που θα τους δώσετε και ειδικά, την αρμοδιότητα να επιβάλλουν αυτοί τον φόρο ακίνητης περιουσίας, λόγω πολιτικού κόστους, και άλλους δημάρχους οι οποίοι δεν θα θέλουν να τους αφαιρέσετε αρμοδιότητες.

Γιατί αν πάμε να κάνουμε μητροπολιτική αυτοδιοίκηση, αν πάμε αυτό το τρελό σχήμα του Λεκανοπεδίου με τους εξήντα έξι δήμους να το κάνουμε επιτέλους έναν δήμο, θα βρείτε εκεί δημάρχους που θα αντιστέκονται σε αυτό το απαραίτητο μέτρο. Αυτό, λοιπόν, το θέμα της μεταρρύθμισης θα έπρεπε να το έχετε φέρει πολύ πιο νωρίς.

Επιτρέψτε μου και δυο λόγια για το περίφημο θέμα του ασύλου. Είναι γεγονός ότι ο συντακτικός νομοθέτης δεν καθιέρωσε ρητά το πανεπιστημιακό άσυλο, ενώ έκανε το αντίθετο με το άσυλο της κατοικίας και έγινε συζήτηση στη Βουλή και αποκρούστηκε ρητά η καθιέρωσή του. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν δύο διατάξεις στο άρθρο 16, οι οποίες μας ωθούν, μας παροτρύνουν θα έλεγα, μας επιβάλλουν να υιοθετήσουμε ενισχυμένες εγγυήσεις για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και την ελεύθερη διδασκαλία και έρευνα στο πανεπιστήμιο. Είναι πρώτα από όλα η ακαδημαϊκή ελευθερία την οποία καθιερώνει το Σύνταγμα και δεύτερον, το πλήρως αυτοδιοίκητο των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. 

Είναι γεγονός -και το έζησα και ως Δήμαρχος της Αθήνας- ότι και στα τρία μεγάλα πανεπιστήμια που έχουμε στο κέντρο της πόλης, επικρατεί μια κατάσταση απαράδεκτη. Εγώ είμαι υπέρ του δημόσιου πανεπιστημίου, αλλά ενός δημόσιου πανεπιστημίου το οποίο παρέχει γνώση σε συνθήκες αξιοπρεπείς και διασφαλίζοντας έτσι την ασφάλεια όλων των παραγόντων της πανεπιστημιακής κοινότητας. Δεν είναι αυτή η κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Το ξέρουμε πολύ καλά.

Τι θα έπρεπε να κάνουμε; Συστήνω στην Κυβέρνηση να δει τη διάταξη που έχουμε καταθέσει, η οποία εν πολλοίς επαναλαμβάνει τη διάταξη του ν.2009/2011, η οποία προβλέπει μεν τη δυνατότητα παρέμβασης των αστυνομικών δυνάμεων χωρίς πρόσκληση από τις πανεπιστημιακές αρχές εφόσον διαπράττονται αξιόποινες πράξεις και δεν διακρίνει μεταξύ αξιοποίνων πράξεων μέσα στο πανεπιστήμιο και εκτός του χώρου του πανεπιστημίου -και αναφέρομαι σε παρεμπόριο και ναρκωτικά-, αλλά μόνο με κατασταλτική αρμοδιότητα, όταν διαπράττονται εγκλήματα.

Για την πρόληψη των εγκλημάτων δεν μπορείς αβασάνιστα στον χώρο του πανεπιστημίου να εισάγεις τις δυνάμεις καταστολής και να περιπολούν, όπως θα μπορούν να περιπολούν ή να παρίστανται σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο, σε οποιαδήποτε πλατεία ή πεζόδρομο μιας πόλης.

Τα πανεπιστήμια είναι χώρος ελευθερίας, ακαδημαϊκής ελευθερίας που απαιτεί την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Αυτό απαιτεί ένα στάδιο ελευθερίας το οποίο υπερβαίνει την κοινή ελευθερία, γιατί τα πανεπιστήμια είναι χώροι όπου εκεί θα εμφανιστούν για πρώτη φορά οι καινοτόμες ιδέες, εκεί θα εμφανιστούν και οι ριζοσπαστικές ιδέες που θα προωθήσουν την επιστήμη. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να εξομοιώνουμε τον χώρο των πανεπιστημίων με οποιονδήποτε δημόσιο χώρο.

Δείτε, όμως, τις διατάξεις 6 και 8 του νόμου Διαμαντοπούλου. Δείτε πώς απορρέει από το αυτοδιοίκητο ότι μπορεί το ίδιο το πανεπιστήμιο υπ’ ευθύνη του να έχει δυνάμεις φύλαξης της περιουσίας και των προσώπων τα οποία λειτουργούν εκεί. Αυτά θα έχουν την προληπτική αρμοδιότητα για την προληπτική διάπραξη αξιόποινων πράξεων.

Σας προτρέπω, λοιπόν, κυρία Υπουργέ, να μελετήσετε τις ρυθμίσεις αυτές, να τις εισαγάγετε και πιστεύω ότι έτσι θα μπορέσετε να εξισορροπήσετε και την απαραίτητη ασφάλεια, που πρέπει να υπάρχει μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους ως εγγύηση ελευθερίας και, βεβαίως, την ελευθερία μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους η οποία προϋποθέτει -κακά τα ψέματα- όπως είπα και πριν κατά κάποιον τρόπο και μια ελευθεριότητα.

Εκεί υπάρχουν οι νέοι, εκεί πρέπει να υπάρχει ένας ζωηρός διάλογος μεταξύ των παραγόντων και της πανεπιστημιακής κοινότητας, εκεί γεννιούνται οι καινούργιες ιδέες και εκεί δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζουμε αυτόν τον χώρο με τα ίδια μέτρα και σταθμά που αντιμετωπίζουμε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο.

Σας ευχαριστώ πολύ

Μοιραστείτε

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on print
Share on email